διακόσμηση

Ο εξωραϊσμός, το στόλισμα, η επίθεση στολιδιών σε ένα οικοδόμημα. Δ. χαρακτηρίζεται οτιδήποτε συμπληρώνει τη βασική κατασκευή ενός κτιρίου, στολίζοντας ή εμπλουτίζοντας την εξωτερική ή εσωτερική επιφάνειά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δ. έχει πάντοτε τον χαρακτήρα του απλού στολισμού. Σε πολλές περιόδους βρισκόταν σε στενή σχέση με την αρχιτεκτονική, γι’ αυτό και η ιστορία της συνδέεται απόλυτα με την ιστορία της αρχιτεκτονικής και ακολουθεί τα ρεύματα και την εξέλιξή της. Η σύγχρονη ορθολογιστική και οργανική αρχιτεκτονική, που διακρίνεται από την τάση να τονίζει τις αρχιτεκτονικές γραμμές των κτιρίων, να προβάλλει τα οικοδομικά υλικά και να εκμεταλλεύεται τις αντιθέσεις τους, αποφεύγει να χρησιμοποιεί ύλες που καλύπτουν την κατασκευή και δεν αναδεικνύουν την πραγματική της υπόσταση. Από την αρχαιότητα έως σχεδόν την εποχή μας η δ. χρησιμοποιήθηκε ως ουσιαστικός παράγοντας της τελικής αισθητικής μορφής των κτιρίων. Οι νωπογραφίες και τα τοιχανάγλυφα των μινωικών ανακτόρων της Κνωσού, της Φαιστού και της Αγίας Τριάδας στην Κρήτη, που σχηματίζονταν σε συνεχείς ζωφόρους ή διαχωρίζονταν σε διακοσμητικούς πίνακες, ήταν απόλυτα συνδεδεμένες με την αρχιτεκτονική. Τα θέματά τους, εμπνευσμένα από τη φύση, εκτελεσμένα με ζωηρά χρώματα και ζωντανό, τολμηρό σχέδιο, απεικόνιζαν συνήθως άνθη, φυτά, ζώα, πουλιά και ανθρώπινες μορφές και προσέδιδαν ελαφρότητα και μία αίσθηση ανοιχτού χώρου στα κτίρια. Στους αρχαίους ελληνικούς ναούς ο πλαστικός διάκοσμος, σε οποιονδήποτε αρχιτεκτονικό ρυθμό και αν ανήκε, είχε ορισμένη θέση και λειτουργία στην όλη διαμόρφωση των κτιρίων και, χωρίς να είναι υποταγμένος στην αρχιτεκτονική, βρισκόταν σε σχέση στενής συνεργασίας μαζί της, με στόχο τη δημιουργία ενός αισθητικά άρτιου συνόλου. Ήταν τέτοια η αλληλεξάρτηση δ. και αρχιτεκτονικής, ώστε σε ορισμένες περιπτώσεις ο διάκοσμος υπαγόρευε ακόμα και τη θέση των αρχιτεκτονικών μελών. Έτσι στον δωρικό ρυθμό, ενώ οι αποστάσεις των κιόνων ενεργούσαν στα διαζώματα και ρύθμιζαν τις διαστάσεις των τριγλύφων και των μετοπών, τα διακοσμητικά αυτά στοιχεία, για να διατηρήσουν αναλλοίωτα τα ρυθμικά τους μέτρα, εξανάγκαζαν του γωνιαίους κίονες των ναών να μετακινηθούν και να προσεγγίσουν τους πλησιέστερούς τους, με αποτέλεσμα το μήκος των ακραίων μετακιονίων να γίνεται μικρότερο από τα άλλα. Παρά τον στενό δεσμό και τις αμοιβαίες επιδράσεις δ. και αρχιτεκτονικής, η δ. αφορούσε συνήθως δευτερεύοντα στοιχεία της κατασκευής (τύμπανα, μετόπες, ζωφόρους), ενώ τα κύρια αρχιτεκτονικά μέλη (κίονες, παραστάδες, επιστύλια) προβάλλονταν καθαρά και διατηρούσαν τις απλές τους επιφάνειες χωρίς πλαστικές δ. Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούσαν τα αγάλματα που τοποθετούνταν αντί για κίονες και εκτελούσαν τη διπλή λειτουργία του φέροντος και του διακοσμητικού στοιχείου, όπως οι Κόρες της πρόστασης του Ερεχθείου στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η πολύχρωμη δ. των ετρουσκικών τάφων που διαιρούσε την επιφάνεια των τοίχων σε ζώνες, δίνοντας την εντύπωση αρχιτεκτονικών υποδιαιρέσεων, επηρέασε, όπως και όλη η ετρουσκική τέχνη, τη ρωμαϊκή. Ετρουσκικής καταγωγής ήταν οι πολυάριθμες ανάγλυφες κεραμικές της Ρώμης τον 6ο αι. π.Χ. Από την εποχή του Αυγούστου, μετά την κατασκευή του βωμού της Ειρήνης (Ara Pacis), που είχε στολιστεί με γιρλάντες, άνθη και ζώα, επικράτησε η δ. των θριαμβικών αψίδων και κιόνων με ανάγλυφα. Στη Ρώμη, όπως και στο Ηράκλειο και στην Πομπηία της Καμπανίας, οι τοίχοι των κτιρίων καλύπτονταν με τοιχογραφίες, ορισμένα τμήματά τους με ψηφιδωτά και από τον 1o αι. π.Χ. με γυψώσεις. Στους χριστιανικούς χρόνους, όταν η δ. επικεντρώθηκε στο εσωτερικό των κτιρίων, η τοιχογραφία και το ψηφιδωτό απέκτησαν μεγάλη σημασία, αντικατέστησαν τη γλυπτική και χρησιμοποιούνταν στις παλαιοχριστιανικές βασιλικές για να τονίσουν την αξία της δισδιάστατης επιφάνειας των τοίχων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο ψηφιδωτός διάκοσμος των εκκλησιών της Ραβένα του 5ου και 6ου αι. μ.Χ., το εξαιρετικό ψηφιδωτό σύνολο της ροτόντας του Αγίου Γεωργίου Θεσσαλονίκης (5ος αι. μ.Χ.), τα σωζόμενα ψηφιδωτά του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης κ.ά. Στη βυζαντινή περίοδο η ύπαρξη πολυάριθμων καμπύλων επιφανειών στις εκκλησίες ευνόησε ακόμα περισσότερο τον ψηφιδωτό διάκοσμο, καθώς η αναγκαστική τοποθέτηση των ψηφίδων σε κλίση είχε ως αποτέλεσμα να αντανακλάται το φως και να δημιουργεί εντυπωσιακό χρωματικό θέαμα. Γι’ αυτό τον λόγο οι ψηφιδωτές επενδύσεις τοποθετούνταν κυρίως στα ψηλότερα σημεία των ναών όπου υπήρχε άπλετο το φως των παραθύρων, ενώ τα κατώτερα τμήματα των τοίχων και των πεσσών καλύπτονταν με ορθομαρμαρώσεις. Τα ψηφιδωτά, που πλαισιώνονταν ρυθμικά από πολύχρωμες ταινίες με ανθέμια και βλαστούς κλασικής καταγωγής, προσέδιδαν υψηλή πνευματική αξία σε κάθε κύριο ή μεταβατικό στοιχείο της κατασκευής. Οι σκηνές και οι μορφές της εικονογραφίας συνήθως σταθεροποιούνταν σε ορισμένες θέσεις, κατάλληλες τόσο για λόγους θρησκευτικής ιεραρχίας όσο και για λόγους δυνατότητας προσαρμογής του θέματος στη μορφή του συγκεκριμένου χώρου. Έτσι ο Παντοκράτορας εικονιζόταν στον τρούλο, η Παναγία στην αψίδα του ιερού, οι σκηνές από τα Ευαγγέλια στις επίπεδες επιφάνειες των τοίχων, όπου μπορούσαν να αναπτυχθούν με μεγαλύτερη άνεση. Από τα σημαντικότερα σύνολα που σώζονται μέχρι σήμερα είναι αυτό της μονής του Όσιου Λουκά στη Φωκίδα (α’ μισό 11ου αι.), της Νέας Μονής στη Χίο (μέσα 11ου αι.), της μονής Δαφνίου στην Αττική (τέλη 11ου αι.), του ναού των Αγίων Αποστόλων στη Θεσσαλονίκη (14ος αι.). Στους δύο τελευταίους αιώνες των βυζαντινών χρόνων το μέγεθος των ναών άρχισε να μειώνεται, η ισορροπία αρχιτεκτονικής και δ. σταδιακά κλονίστηκε, η τοιχογραφία αντικατέστησε το ψηφιδωτό, κατέλαβε όλη την επιφάνεια των τοίχων και αποσυνδέθηκε από τον ρυθμό της αρχιτεκτονικής, εστιάζοντας το ενδιαφέρον της όχι τόσο στη γενική αισθητική αρμονία όσο στην αναπαραστατική αφήγηση του περιεχομένου της ορθοδοξίας. Ο ναός άρχισε να χάνει σταδιακά τον δοξαστικό του χαρακτήρα και να αποκτά μία οικεία πνευματική ατμόσφαιρα, την οποία διατήρησε και μετά την Άλωση. Χαρακτηριστικά δείγματα είναι ο Άγιος Νικόλαος Ορφανός στη Θεσσαλονίκη (14ος αι.), η Όμορφη Εκκλησιά στην Αττική (14ος αι.), οι εκκλησίες και τα παρεκκλήσια του Μιστρά (14ος αι.) κ.ά. Κατά τον 8o αι., στα προρωμαϊκά κτίρια, η αναζήτηση εκφραστικών εντυπώσεων εκδηλώθηκε με την ευρεία χρήση ακατέργαστων και ανώμαλων λίθων, στους οποίους παρεμβάλλονταν μεγάλες ζωφόροι. Στη γοτθική περίοδο η αρχιτεκτονική δεξιοτεχνία συμπληρώθηκε με έναν πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο στο εξωτερικό των κτιρίων, ενώ στο εσωτερικό τα υαλογραφήματα έτειναν να καταλάβουν σχεδόν ολόκληρη την επιφάνεια των τοίχων. Στην Ιταλία, όπου οι εκκλησίες διέθεταν ελάχιστα ανοίγματα στους τοίχους, την ίδια λειτουργία εκτελούσαν οι αφηγηματικοί κύκλοι των μεγάλων νωπογραφιών. Από τους παλαιοχριστιανικούς ακόμα χρόνους μεγάλη σημασία είχε δοθεί και στον καλλωπισμό των δαπέδων, που συνεχίζοντας την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή παράδοση των μωσαϊκών προχώρησαν στα θαυμάσια μαρμαροθετημένα βυζαντινά δάπεδα, για να καταλήξουν στην ιδιόμορφη τεχνική των Κοσμάτι. Κατά τον 15ο αι., όταν επικράτησε η αντίληψη της προοπτικής του χώρου, όλες οι διακοσμητικές λεπτομέρειες, όπως κιονόκρανα, γείσα, παραστάδες, κυμάτια, χρησιμοποιήθηκαν για να τονίζουν τις γεωμετρικές σχέσεις της κατασκευής (χαρακτηριστικό δείγμα είναι το παλαιό ιεροφυλάκιο της εκκλησίας του Αγίου Λαυρεντίου στη Φλωρεντία, έργο του Φιλίπο Μπρουνελέσκι). Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις όπου μια πλούσια δ. του εσωτερικού αντιστάθμιζε την κλασική λιτότητα του εξωτερικού (ναός των Μαλατέστα στο Ρίμινι του Λεόν Μπατίστα Αλμπέρτι, που διακοσμήθηκε από τον Ματέο ντε Πάστι). Σημαντικά έργα δ. του 15ου αι. είναι η πρόσοψη του παρεκκλησίου του Αγίου Βερναρδίνου στην Περούτζια, έργο του Αγκοστίνο ντι Ντούτσιο, και το ιεροφυλάκιο του Σαν Σατίρο στο Μιλάνο, του Ντονάτο Μπραμάντε. Την ίδια εποχή συνεχίστηκε η ανάπτυξη της τοιχογραφίας ως συμπλήρωμα της αρχιτεκτονικής. Δείγματα υψηλής τέχνης αποτελούν ο νυφικός θάλαμος στο ανάκτορο της Μάντοβα (έργο του Μαντένια), η αψίδα του Αγίου Φραγκίσκου στο Αρέτσο (Πιέρο ντέλα Φραντσέσκα), το μέγαρο Σκιφανόια στη Φεράρα, η Καπέλα Σιξτίνα στη Ρώμη, η βιβλιοθήκη Πικολόμινι στη Σιένα (Πιντουρίκιο) κ.ά. Κατά την Αναγέννηση, αφού η δ. είχε υποταχθεί απόλυτα στην αρχιτεκτονική, άρχισε να παρακολουθεί και να συμπληρώνει κάθε της λεπτομέρεια. Από τα δάπεδα, τα οποία κατασκευάζονταν συχνά με πολύχρωμες κεραμικές πλάκες, έως τις οροφές με τα ζωγραφισμένα και σκαλιστά δοκάρια ή με τα φατνώματα, τα πάντα συντονίζονταν για να φτάσουν σε ένα ενιαίο αρμονικό αποτέλεσμα. Εκτός από τις τοιχογραφίες και τις γυψώσεις, διακοσμητικά υπέρθυρα και τύμπανα περιέβαλαν τις εισόδους, ενώ διακοσμητικές ζώνες και γείσα περιέτρεχαν τους τοίχους προσδίδοντάς τους πρωτοτυπία και κομψότητα. Θαυμάσια δείγματα είναι οι στοές του Βατικανού (Ραφαήλ), το ανάκτορο Τε στη Μάντοβα (Τζούλιο Ρομάνο, Τζοβάνι ντα Ούντινε, Πριματίτσιο), η βίλα Μαντάμα στη Ρώμη, η μικρή έπαυλη του πάπα Πίου Δ’ (Πίρο Λιγκόριο, Φεντερίκο Μπαρότσι), το παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία (Τζόρτζιο Βαζάρι) και μέσα στο ίδιο ανάκτορο το αναγνωστήριο του Φραγκίσκου Α’. Χαρακτηριστικός ήταν και ο συρμός της δ. των προσόψεων των κατοικιών, με εγχάρακτα ποικίλματα και τοιχογραφίες. Τον 17ο και 18ο αι. η πλαστική δ. ελευθερώθηκε από κάθε αρχιτεκτονικό δεσμό και θριάμβευσε στους επιβλητικούς μπαρόκ και ροκοκό καμπυλόγραμμους και περίπλοκους διάκοσμους των εκκλησιών, των επαύλεων και των κήπων. Ζωγραφικό τους αντίστοιχο υπήρξε η ψευδαισθητική τέχνη του Πιέτρο ντα Κορτόνα και αργότερα του Αντρέα ντελ Πότσο. Τον 18o αι. τα διακοσμητικά στοιχεία των αρχαίων μνημείων που παρουσίασε στις χαλκογραφίες του ο Τζοβάνι Μπατίστα Πιρανέζι επέδρασαν στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Ο νεοκλασικισμός επανέφερε τους απλούς κλασικούς ρυθμούς, τις παραστάδες, τους κίονες, και τοποθέτησε γυψώσεις με φυτικά και γεωμετρικά σχήματα, καρυάτιδες και κόγχες στα εσωτερικά των κτιρίων, με τρόπο ώστε να παρουσιάζουν διακοσμητική ομοιογένεια. Τα μοτίβα αυτά επέζησαν και τον 19ο αι. και συνδέθηκαν με τη γενικότερη τάση της αναβίωσης των παλαιών ρυθμών. Σε νεοκλασικό στιλ χτίστηκαν και στην Ελλάδα πολλά δημόσια και ιδιωτικά κτίρια στην Αθήνα και στην επαρχία τον 19o αι. και στις αρχές του 20ού, κυριότερα από τα οποία είναι στην πρωτεύουσα η Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο, η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πολυτεχνείο, το Ζάππειο κ.ά. Η αναζήτηση νέων διακοσμητικών μορφών στα τέλη του 19ου αι. κατέληξε, με κέντρα το Λονδίνο, τις Βρυξέλλες, το Μόναχο, το Τορίνο κ.ά., στον νέο ρυθμό (ο οποίος ονομάστηκε κατά τόπους Art Nouveau, LibertyJugenstil) που αναπτύχθηκε για να παρακολουθήσει τις απαιτήσεις των νέων τεχνικών παραγωγής. Ο 20ός αι. υπήρξε μία εποχή συγκερασμών και αναζητήσεων στους διακοσμητικούς ρυθμούς, που διακρίθηκε για την παραγωγή μιας τεράστιας ποικιλίας κατασκευών από ατσάλι και γυαλί. Σημαντική ήταν η επιρροή της σχολής του Μπάουχαους, που χαρακτηριζόταν από τις αυστηρές γεωμετρικές φόρμες και την εμμονή στη λειτουργικότητα των κατασκευών. Μετά το 1960, ως αντίδραση στη σχετική ισοπέδωση που είχε επιφέρει το διεθνές στιλ, εμφανίστηκε το ρεύμα του μεταμοντερνισμού, που αποτέλεσε άρνηση όλων των παλαιότερων ρυθμών αλλά και συγχρόνως ενσωμάτωση και συνδυασμό διαφόρων στιλ και αρχιτεκτονικών στοιχείων. Ο μεταμοντερνισμός εξαπλώθηκε παγκοσμίως κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, για να κυριαρχήσει κατά τη δεκαετία του 1990. δ.εσωτερικών χώρων. Με τον όρο αυτόν εκφράζεται η σχεδίαση, η επιλογή και η διευθέτηση του συνόλου των μόνιμων ή κινητών διακοσμητικών ή κοινής χρήσης αντικειμένων, που τοποθετούνται μέσα σε έναν χώρο (κατοικία, δημόσιο ή λατρευτικό κτίριο, κατάστημα, γραφείο κ.ά.) με τέτοιο τρόπο ώστε να συνδυάζονται αρμονικά και μεταξύ τους και με την αρχιτεκτονική του περιβάλλοντος. Η δ. εσωτερικών χώρων είναι μία εφαρμοσμένη τέχνη, που συνεργάζεται με πολλές άλλες για τη δημιουργία ενός αισθητικά ικανοποιητικού συνόλου. Αποτελεί σημαντικό κλάδο της αρχιτεκτονικής και ονομάζεται, επίσης, αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων. Η ιστορία της συνδέεται με την ιστορία των καλλιτεχνημάτων ή των αντικειμένων κοινής χρήσης, βιοτεχνικής ή βιομηχανικής παραγωγής (έπιπλα, σκεύη, λάμπες, ρολόγια, χαλιά, υφάσματα, καθρέφτες, κορνίζες, ζωγραφικοί πίνακες, γλυπτά κ.ά.) καθώς και με την ιστορία της αρχιτεκτονικής, από τις μορφές της οποίας εξαρτάται. Τεκμήρια της εξέλιξης της δ. εσωτερικών χώρων στην αρχαιότητα είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα, οι απεικονίσεις διαφόρων αντικειμένων στα έργα τέχνης και οι γραπτές πηγές. Αυθεντικά αντικείμενα σώζονται σχετικά λίγα· τα περισσότερα, επειδή κατασκευάζονταν συνήθως από φθαρτά η θεωρούμενα ευτελή υλικά, έχουν καταστραφεί. Ακόμα και η τακτοποίηση των συλλογών στα μουσεία δεν ευνοεί την αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου χώρου. Γι’ αυτούς τους λόγους οι σαφείς αναπαραστάσεις της εσωτερικής δ. στις διάφορες εποχές και στους πολιτισμούς συχνά είναι αρκετά δύσκολες. Οι τοιχογραφίες των τάφων και των ναών της κοιλάδας του Νείλου και τα πολυάριθμα αντικείμενα, που βρίσκονται διασκορπισμένα στα μουσεία όλου του κόσμου, μαρτυρούν την αρκετά εκλεπτυσμένη και επιτηδευμένη καλαισθησία των Αιγυπτίων. Στην εποχή κυρίως του φαραώ Ραμσή Β’ (2η χιλιετία π.Χ.), τα εσωτερικά των κατοικιών ήταν στολισμένα με λαμπρά χρώματα, κρεβάτια, σκαμνιά, καθίσματα, που κατασκευάζονταν συνήθως από ξύλο κέδρου και διακοσμούνταν με ένθετα κομμάτια από ελεφαντόδοντο, έβενο και πολύτιμα μέταλλα, με άφθονα μαξιλάρια και παραπετάσματα, προϊόντα της εγχώριας βιοτεχνίας υφαντών και κεντημάτων. Στα ασσυριακά ανάγλυφα της Νινευί παρουσιάζονται θρόνοι, τραπέζια και καθίσματα, με γραμμές πιο βαρβαρικές και όχι τόσο λεπτές όσο της Αιγύπτου. Στη μινωική Κρήτη τα λαμπρά ανάκτορα ήταν εφοδιασμένα με ξύλινα έπιπλα, από τα oποία έχει σωθεί μόνο ο πέτρινος θρόνος, ο αποκαλούμενος θρόνος του Μίνωα, στην Κνωσό, κάθισμα με υψηλό ερεισίνωτο που καλυπτόταν από δέρματα ή μαξιλάρια. Τα ποικίλα σκεύη που ήταν κατασκευασμένα από ευτελή υλικά, όπως o πηλός, από σκαλισμένες πέτρες, όπως o στεατίτης και πολύτιμα εγχάρακτα ή ανάγλυφα μέταλλα, οι τεράστιοι αποθηκευτικοί πίθοι, τα ξύλινα σκαλιστά κιβωτίδια μινωικής τέχνης που βρέθηκαν σε τάφους της Αιγύπτου, τα πολυάριθμα φαγεντιανά, ελεφάντινα, χάλκινα ή από στεατίτη και πολύτιμα μέταλλα αγαλματίδια, με τα οποία στολίζονταν τα εσωτερικά των κατοικιών και των ιερών, ακόμα και το περίφημο σκάκι από ελεφαντόδοντο, oρεία κρύσταλλο, χρυσό και άργυρο, προσφέρουν μία αμυδρή εικόνα της καλαισθησίας των κατοίκων. Στην Ελλάδα των κλασικών χρόνων, ακόμα και τα πιο κοινά αντικείμενα φανερώνουν απλότητα και λεπτή αίσθηση των αναλογιών. Τα έπιπλα, λίγα αλλά κομψά και αναπαυτικά, ήταν ξύλινα ή μετάλλινα, με περισσότερη ή λιγότερη δ. Το ανάκλιντρο ή επίκλιντρο, κρεβάτι με ερεισίνωτο που υψωνόταν στη μία στενή πλευρά και στηριζόταν σε τέσσερα τορνευτά πόδια, ήταν το σημαντικότερο έπιπλο του σπιτιού, καθώς σε αυτό ξάπλωναν για να δειπνήσουν, να διαβάσουν ή να συζητήσουν. Είχε στρωμνή και σκεπαζόταν με δέρματα ζώων ή με πολύτιμα μεταξωτά και πορφυρά υφάσματα. Τα τραπέζια, συνήθως μικρά, ελαφρά και ατομικά για τον κάθε συνδαιτυμόνα, στηρίζονταν σε τρία ή τέσσερα πόδια. Τα καθίσματα ήταν κλισμοί με κυρτό ερεισίνωτο που εξασφάλιζε άνετο κάθισμα, ή δίφροι χωρίς ερεισίνωτο, ενώ στα ανάκτορα και στους ναούς ήταν πολυτελείς θρόνοι που στηρίζονταν συχνά, όπως στην Αίγυπτο, σε πόδια με σχήμα ποδιού λιονταριού. Στις αίθουσες των κατοικιών υπήρχαν ακόμα κιβώτια για τη φύλαξη του ρουχισμού και των σκευών, και άβακες, δηλαδή ράφια όπου τοποθετούσαν τα πολύτιμα αγγεία και τα διακοσμητικά αντικείμενα. Πήλινες ή μετάλλινες λυχνίες λαδιού που κρέμονταν στους τοίχους ή από την οροφή συμπλήρωναν τη λιτή δ. των ελληνικών εσωτερικών χώρων. Η δ. εσωτερικών χώρων των Ετρούσκων είναι γνωστή από τους τάφους, όπου οι τοιχογραφίες με σκηνές συμποσίων και η διαμόρφωση των χώρων απομιμούνταν εσωτερικά ιδιωτικών κατοικιών. Από τα οικιακά ετρουσκικά αντικείμενα διατηρήθηκαν πολυάριθμα αγγεία και χάλκινα σκεύη, κύστεις, λέβητες, λύχνοι, καθρέφτες κ.ά. Τα σπίτια που ανακαλύφθηκαν στον Παλατίνο λόφο της Ρώμης και στις ανασκαφές του Ηρακλείου και της Πομπηίας στην Καμπανία δίνουν σαφή εικόνα της ιδιωτικής κατοικίας των ρωμαϊκών χρόνων, η οποία, σε ορισμένες περιπτώσεις, ήταν διακοσμημένη με εξαιρετική λαμπρότητα. Οι τοιχογραφίες και τα μωσαϊκά, που συνηθίζονταν στις πιο κομψές κατοικίες της Ρώμης και στις επαύλεις (όπως οι τοιχογραφίες της έπαυλης της Λίβια στην Πρίμα Πόρτα, σήμερα στο Εθνικό Ρωμαϊκό Μουσείο), έδιναν ιδιαίτερη ζωντάνια σε αίθουσες επιπλωμένες με μπρούντζινα τραπέζια και τρίποδα, καθίσματα και ανάκλιντρα από ξύλο, μάρμαρο, ελεφαντοστό ή σφυρήλατο σίδερο. Στη Ρώμη ήταν αρκετά διαδεδομένη και η δ. με γυψώσεις. Χαρακτηριστική αίθουσα των κατοικιών ήταν η αίθουσα συμποσίων (triclinium), στην οποία τοποθετούνταν τρία ανάκλιντρα στους τρεις τοίχους, ενώ οι νωπογραφίες με εύθυμο περιεχόμενο και ο πλούτος των άλλων αντικειμένων (λύχνοι, αγαλματίδια κλπ.) έδιναν εορταστική εμφάνιση. Πιο απλή ήταν η δ. της κρεβατοκάμαρας (cubiculum), με ένα κρεβάτι απομονωμένο σε υπερυψωμένο επίπεδο, κιβώτια και ξύλινα ή μπρούντζινα ντουλάπια. Στη μακραίωνη ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, στη δ. εσωτερικών χώρων κυριαρχούσαν οι ελληνιστικές αναμνήσεις και οι επιδράσεις από την πολυτέλεια της Ανατολής, που εκδηλώνονταν με την προτίμηση για πολύτιμα υλικά. Βασικά έπιπλα των κατοικιών ήταν τα κρεβάτια, τα μεγάλα τραπέζια, όπου έτρωγαν καθιστοί και όχι ξαπλωμένοι όπως στην αρχαιότητα, τα σκαμνιά, ορισμένα καθίσματα με ερεισίνωτο, τα κιβώτια και τα εντοιχισμένα ντουλάπια, όπου φυλάσσονταν τα σκεύη και τα πολύτιμα αντικείμενα που συνήθιζαν να επιδεικνύουν μόνο στις επίσημες περιστάσεις. Παρότι ελάχιστα και όχι ιδιαίτερα πολύτιμα έπιπλα έχουν σωθεί, υπάρχουν στοιχεία από περιγραφές και απεικονίσεις στα έργα τέχνης. Η υλική και καλλιτεχνική αξία τους, όπως και όλου του εσωτερικού διάκοσμου, άγγιζε ορισμένες φορές αμύθητα ύψη. Οι εξαιρετικά ανεπτυγμένες βυζαντινές βιοτεχνίες είχαν τη δυνατότητα να επινοούν και να κατασκευάζουν οτιδήποτε. Πολύτιμες είναι οι πληροφορίες των ιστοριογράφων για τα παλάτια της Κωνσταντινούπολης με τις ολόχρυσες οροφές, τα ζωγραφισμένα δάπεδα, τους κίονες, τα ψηφιδωτά, τις αργυρές θύρες, τα γλυπτά, τα καταστόλιστα με πολύτιμους λίθους και κατεργασμένα με εξαιρετική τέχνη χρυσά έπιπλα και σκεύη, τα βαρύτιμα υφάσματα, για τα οποία και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος έγραψε ότι είναι αδύνατον να περιγραφούν με λέξεις. Το ιερόν παλάτιον, το χρυσοτρικλίνιον, το ανάκτορο του Βουκολέοντα, το ανάκτορο των Βλαχερνών, εντυπωσίαζαν τους επισκέπτες με το κάλλος και το μεγαλείο τους. Στη Δύση, κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους, η κατοικία, που αντανακλούσε τα αυστηρά ήθη και την πενία της ζωής, ήταν συνήθως στενόχωρη και φτωχική. Κατά τη γοτθική περίοδο, ωστόσο, αν και παρέμεινε απλή, παρουσιάστηκαν στοιχεία αναζήτησης κάποιας άνεσης. Τότε διαδόθηκε η χρήση των υφαντών χαλιών, ενώ τα έπιπλα αντέγραφαν τις μορφές και τις διακοσμήσεις της αρχιτεκτονικής. Παραδείγματα είναι το ντουλάπιτου 14ου αι. στην Πάντοβα (σκευοφυλάκιο του παρεκκλησίου των Σκροβένι) και μερικά έπιπλα, κυρίως καθίσματα, που είχε ζωγραφίσει ο Τζιότο στις νωπογραφίες του Ασίζι. Από τότε ξεκίνησε η μακρά και λαμπρή ιστορία της κασέλας, αντίστοιχης των ρωμαϊκών κιβωτίων, που άλλοτε ζωγραφιζόταν από μεγάλους καλλιτέχνες και άλλοτε στολιζόταν με γύψινα κοσμήματα και ανάγλυφα. Η βόρεια Ευρώπη και ιδιαίτερα η Γερμανία διατήρησε την προτίμηση στα γοτθικά σχέδια σχεδόν έως τα μέσα του 16ου αι., όπως φανερώνουν τα πολυάριθμα εσωτερικά κατοικιών που αναπαριστώνται σε πίνακες της φλαμανδικής ζωγραφικής, και πρωτοτύπησε μόνο στη χρήση νέων υλικών με τα οποία εμπλούτισε την ενθετική. Στην Ιταλία αντίθετα, από τον 15o αι., η δ. εσωτερικών χώρων εξελίχθηκε ραγδαία, όπως και οι άλλες τέχνες. Τα λαμπρά μέγαρα των πριγκίπων και των πλούσιων αστών αντανακλούσαν τις αλλαγές στην κοινωνική ζωή. Η επιθυμία του καλλωπισμού της κατοικίας οδήγησε στη δημιουργία όχι μόνο νέων βιοτεχνιών αλλά και αρμονικών εσωτερικών χώρων, όπου κάθε στοιχείο υποτασσόταν στα άλλα. Ορισμένοι από αυτούς τους χώρους διατηρούνται ακόμα σχεδόν ανέπαφοι, ιδίως στα ανάκτορα του 15ου αι. της Φλωρεντίας, στο παλάτσο Βενέτσια της Ρώμης και στο δουκικό ανάκτορο του Ουρμπίνο. Στον αυστηρό τόνο των επίπλων με τα ένθετα ή ζωγραφισμένα ποικίλματα αντιπαραβάλλονται η εύθυμη πολυχρωμία των κεραμικών αντικειμένων και τα ζωηρά χρώματα των πινάκων, με τα οποία εναρμονίζονται τα μπρούντζινα, χάλκινα και σιδερένια σφυρήλατα αντικείμενα και τα πολύτιμα υφάσματα (δαμασκηνά, βελούδα κ.ά.). Τα μόνιμα τμήματα της δ. των κατοικιών, οι οροφές και τα δάπεδα, συντονίζονταν με τα άλλα στοιχεία του περιβάλλοντος. Οι τοίχοι στολίζονταν, σχεδόν πάντοτε, με νωπογραφίες ή επιστρώνονταν με ξύλινες επενδύσεις που διακοσμούνταν με ένθετα ποικίλματα, όπως στο θαυμάσιο σπουδαστήριο του δούκα του Μοντεφέλτρο (δουκικό ανάκτορο του Ουρμπίνο), πραγματικό κόσμημα συνθετικής αρμονίας. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες αυτής της περιόδου δεν περιφρονούσαν και τις μικρότερες τέχνες. Έχουν ήδη αναφερθεί οι κασέλες από τις οποίες πιο φημισμένες είναι η κασέλα Αντιμάρι και η κασέλα των γάμων του Αλατιέλ, και οι δύο του 15ου αι. Είναι επίσης γνωστό ότι ο Σάντρο Μποτιτσέλι και ο Πιέρο ντι Κόζιμο ζωγράφιζαν κασέλες. Στο εργαστήριο χρυσοχοΐας του Πολαϊόλο παράγονταν σχέδια χαλιών, ενώ o Βερόκιο σκάλιζε έπιπλα και o Μποτιτσέλι δημιουργούσε σχέδια για κεντήματα. Πολλοί ζωγραφικοί πίνακες της εποχής παρουσίαζαν ένα από τα σπουδαιότερα δωμάτια του σπιτιού, το υπνοδωμάτιο, όπως το έργο του Γκιρλαντάιο με θέμα τη γέννηση του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή στη Σάντα Μαρία Νοβέλα της Φλωρεντίας και ο περίφημος πίνακας του Καρπάτσιο Το όνειρο της Αγίας Ουρσούλης (Βενετία, πινακοθήκη της Ακαδημίας). Από την ώριμη Αναγέννηση, με στοιχεία άλλοτε αυστηρά και σοβαρά και άλλοτε πλούσια και επιδεικτικά, διατηρούνται ακόμα σχεδόν άθικτοι ορισμένοι εσωτερικοί χώροι στο παλάτσο Βέκιο της Φλωρεντίας (γραφείο Φραγκίσκου Α’) και στο φρούριο του Αγίου Αγγέλου της Ρώμης (υπνοδωμάτιο του πάπα Παύλου Γ’). Οι μορφές του μπαρόκ υιοθετήθηκαν στη Ρώμη στις μεγάλες αίθουσες των νέων επιβλητικών μεγάρων του 17ου αι., με τις τοιχογραφίες, τα κρεμαστά στους τοίχους χαλιά, τα πολύτιμα υφάσματα, τους καθρέφτες καθώς και τα μεγάλα και πομπώδη καμπυλόγραμμα έπιπλα που διακοσμούνταν με χρωματιστές πέτρες. Οι πλατιές επίχρυσες επιφάνειες αύξαναν τον πλούτο και τη φωτεινότητα των χώρων. Η Γαλλία αντέδρασε στο ιταλικό μπαρόκ με την εθνική τάση προς τον αυλικό κλασικισμό, που ενθαρρύνθηκε από την παρουσία ενός καλλιτέχνη όπως o Σαρλ Λε Μπρεν και ενός υπουργού όπως o Κολμπέρ στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ’, οι οποίοι επιζητούσαν να εξάρουν το μεγαλείο του βασιλιά, περιβάλλοντάς τον με κάθε δυνατή μεγαλοπρέπεια. Το σημαντικότερο δείγμα του γαλλικού κλασικισμού είναι οι επιβλητικές αίθουσες του ανακτόρου των Βερσαλιών. Από τους καλύτερους επιπλοποιούς αυτής της περιόδου στη Γαλλία ήταν ο Αντρέ Σαρλ Μπουλ (1642-1732), δημιουργός κυρίως εβένινων επίπλων, τα οποία διακοσμούσε με ένθετα όστρακα χελώνας, μάργαρο και επίχρυσο μπρούντζο. Την εποχή του Λουδοβίκου ΙΕ’ οι μορφές απέκτησαν την αβρή χάρη του ροκοκό και διαδόθηκαν με γρήγορο ρυθμό σε όλη την Ευρώπη. Κυριότερες προσωπικότητες ήταν o Ζιστέν Πρελ Μεσονιέ (1695-1750), ζωγράφος, γλύπτης και σχεδιαστής, στον οποίο οφείλεται η μετατροπή των μπαρόκ σχεδίων σε κομψά και ευκίνητα ροκοκό, και ο επιπλοποιός Σαρλ Κρεσάν (1685-1768), δημιουργός θαυμάσιων επίπλων στο στιλ που έγινε γνωστό ως στιλ Λουδοβίκου ΙΕ’. Μικρά και χαριτωμένα έπιπλα από πολύτιμα ξύλα, όπως της τριανταφυλλιάς, διακοσμούνταν με μπρούντζινα ποικίλματα, όχι όμως βαριά και αυστηρά όπως τα μπουλ. Αντίστοιχα, και οι αίθουσες απέκτησαν χαρούμενη όψη τον 18ο αι. Αν και οι διαστάσεις τους περιορίστηκαν, άρχισαν να διακοσμούνται πλούσια με έπιπλα, κομψοτεχνήματα, χαλιά, ενώ οι τοίχοι καλύπτονταν με ξύλινες σκαλιστές επενδύσεις, συχνά επιχρυσωμένες και ζωγραφισμένες. Στις πόρτες και στα έπιπλα επικράτησαν οι δ. με μοτίβα εμπνευσμένα από τα κινεζικά (chinoiseries), τα λαμπερά βερνίκια που απομιμούνταν τις λάκες, και γενικά είχαν μεγάλη ζήτηση τα αντικείμενα που εισάγονταν από την Ανατολή. Στην Ιταλία το ροκοκό επικράτησε κυρίως στο Πιεμόντε και στη Βενετία. Toν 18o αι., το βενετσιάνικο έπιπλο διατήρησε τις καμπύλες μπαρόκ γραμμές του αλλά εμπλουτίστηκε με διάφορα διακοσμητικά στοιχεία, στα οποία κυριαρχούσαν οι συνδυασμοί των παστέλ τόνων και οι επιβερνικώσεις. Από τα ποικίλα, συνήθως μικρά, έπιπλα ξεχωρίζουν τα επιβλητικά σκρίνια. Καναπέδες, μικρές πολυθρόνες με επενδύσεις από πολύτιμα μεταξωτά που τοποθετούνταν γύρω στους τοίχους, ανθοδοχεία και λάμπες από σφυρήλατο σίδερο και γυαλί, πορσελάνες και χαλιά κρεμασμένα στους τοίχους συμπλήρωναν, με την καλαίσθητη σύνθεση των χρωμάτων τους, τις αίθουσες των μεγάρων της Βενετίας. Πολύτιμο και πλουσιότατο μουσείο της εποχής αυτής είναι το μέγαρο Κα Ρετσόνικο στη Βενετία. Στο Τορίνο, το χαριτωμένο στιλ της οκταγωνικής αίθουσας της φιλαρμονικής Ακαδημίας, επηρεασμένο από το γαλλικό, επικράτησε σε όλη την περίοδο του μικρού μπαρόκ του Πιεμόντε (barrocchetto piemontese), στην οποία ανήκουν η περίφημη αίθουσα καλλωπισμού της βασίλισσας και άλλοι χώροι του βασιλικού ανακτόρου του Τορίνο. Το ροκοκό εισχώρησε και στη Νάπολη, όπου μοναδικό στο είδος του είναι το μικρό σαλόνι από πορσελάνη στο ανάκτορο του Πόρτιτσι (σήμερα στο μουσείο Καποντιμόντε), των μέσων του 18ου αι. Ολόκληρη η επιφάνεια των τεσσάρων τοίχων καλύπτεται με πολύχρωμα άνθη και κινεζικά μοτίβα από πορσελάνη και η οροφή με ανάλογες γυψώσεις. Ο 18ος αι. παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον για την ιστορία της δ. εσωτερικών χώρων και στην Αγγλία. Εκεί διαμορφώθηκε το στιλ βασίλισσας Άννας (1702-14), επηρεασμένο από το στιλ Λουδοβίκου ΙΔ’ και τα ιταλικά, καθώς και το γεωργιανόστιλ της εποχής των βασιλέων Γεωργίου Α’ (1714-27) και Γεωργίου Β’ (1727-60), επηρεασμένο κυρίως από τον ρυθμό Λουδοβίκου IE’. Πασίγνωστα είναι και τα αποκαλούμενα έπιπλα τσίπεντεϊλ (Chippendale) από το όνομα του δημιουργού τους Τόμας Τσίπεντεϊλ (1718-1779). Οι αισθητικές του παραδοξότητες, όπως για παράδειγμα η κατασκευή ενός κρεβατιού σε σχήμα παγόδας, εξελίχθηκαν αργότερα σε πιο γραμμικές μορφές. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν στην Αγγλία και οι πρώτες νεογοτθικές τάσεις. Στην έπαυλη Στρόμπερι Χιλ του Χόρας Γουόλπολ σημειώθηκε η επαναφορά των γοτθικών αρχιτεκτονικών μορφών και δ. των εσωτερικών χώρων (βιβλιοθήκη). Όπως και σε άλλες χώρες της Ευρώπης, έτσι και στην Αγγλία εμφανίστηκε στο δεύτερο μισό του 18ου αι. η προτίμηση για τους κλασικούς ρυθμούς, που οφειλόταν στη θεωρητική και πρακτική δραστηριότητα των αδελφών Άνταμ. Κύρια πηγή του νεοκλασικισμού, ωστόσο, ήταν το έργο του Βίνκελμαν, οι ανασκαφές της Ιταλίας (που κατέληξαν στην ανακάλυψη του Ηρακλείου και της Πομπηίας), η δημιουργία των μεγάλων συλλογών ελληνικής και ρωμαϊκής τέχνης και η δημοσίευση των χαρακτικών έργων του Τζοβάνι Μπατίστα Πιρανέζι, τα οποία απεικόνιζαν όχι μόνο ρωμαϊκά ερείπια αλλά και διάφορα ευρήματα των ανασκαφών και διακοσμητικά μοτίβα, που ενέπνευσαν τους νεοκλασικούς αρχιτέκτονες, γλύπτες, αργυροχόους και χρυσοχόους. Αξιόλογα δείγματα νεοκλασικής δ. ήταν στη Ρώμη η έπαυλη Αλμπάνι και το περίπτερο της έπαυλης Μποργκέζε, όπου τοποθετήθηκαν τα αρχαία μάρμαρα της συλλογής του πρίγκιπα Μαρκαντόνιο Μποργκέζε. Η Γαλλική επανάσταση και αργότερα η ναπολεόντεια εποποιία προσέδωσαν έναν ιδιαίτερο τόνο στις νεοκλασικές μορφές και δημιούργησαν το αυτοκρατορικό στιλ. Από τους σημαντικότερους δημιουργούς αυτής της περιόδου ήταν οι Γάλλοι αρχιτέκτονες Σαρλ Περσιέ και Πιερ Φοντέν και ο ζωγράφος Ζακ Λουί Νταβίντ. Μετά την παλινόρθωση των Βουρβόνων, οι νεοκλασικές μορφές έτειναν προς απλοποίηση, αλλά συνοδεύονταν από αναβιώσεις γοτθικών μοτίβων. Ο συνεχώς αυξανόμενος εκλεκτικισμός παρουσίαζε ήδη από την εποχή του Λουδοβίκου Φίλιππου (1830-48) κράματα μορφών ροκοκό, νεοκλασικισμού και μπαρόκ, ενώ η εκτίμηση για το πολύτιμο έπιπλο παλαιότερων εποχών κατέληξε, μέσα από προσπάθειες απομίμησής του, σε έπιπλα εκλεκτικού τύπου. Ο ελληνικός χώρος μετά την Άλωση δεν έμεινε πλήρως αμέτοχος στις εξελίξεις των δυτικών ρευμάτων. Ανάλογα με τις περιοχές, προσαρμόστηκε απόλυτα ή δέχτηκε επιδράσεις, περισσότερο ή λιγότερο αισθητές. Τα Επτάνησα, που είχαν περισσότερες επιρροές από τη Δύση και λιγότερες από το βυζαντινό πνεύμα, λόγω της διαδοχικής κυριαρχίας τους από τη Βενετία, τη Γαλλία και την Αγγλία, ακολούθησαν, τόσο στην αρχιτεκτονική όσο και στη δ. εσωτερικών χώρων, τις μορφές και τη διάταξη των δυτικών ρυθμών και κυρίως του μπαρόκ της Βενετίας, ενώ αργότερα επηρεάστηκαν από τα γαλλικά και αγγλικά στιλ. Τα έπιπλα εισάγονταν από το εξωτερικό ή παράγονταν από τους εξαίρετους τοπικούς βιοτέχνες. Σε συνδυασμό με τα κομψοτεχνήματα, τις λάμπες και τους ζωγραφικούς πίνακες, προσέδιδαν στις επτανησιακές κατοικίες το χαρακτηριστικό δυτικό ύφος. Στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου η τοπική παράδοση διατηρήθηκε προσαρμοσμένη στις κλιματολογικές και στις οικονομικές συνθήκες και συνήθειες, οι δ. των σπιτιών είχαν κυρίως μόνιμο χαρακτήρα και βασίζονταν στην εκμετάλλευση του ξύλου, υλικού ζεστού και προσιτού. Λίγα και απλά ήταν τα κινητά έπιπλα: τραπέζια, σκαμνιά, σεντούκια, κασέλες. Τα κρεβάτια και τα ντιβάνια ήταν μονίμως τοποθετημένα σε ορισμένες θέσεις και συνιστούσαν ενιαίο σύνολο με την αρχιτεκτονική. Από τον 18o αι., με την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου σε ορισμένα κέντρα της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θεσσαλίας (Γιάννενα, Καστοριά, Σιάτιστα, Αμπελάκια), την άνθηση της εμπορικής ναυτιλίας σε παραλιακές πόλεις και νησιά (Γαλαξίδι, Ύδρα, Σπέτσες κ.α.) και την αντίστοιχη οικονομική ευημερία, χτίστηκαν νέες κατοικίες και αρχοντικά, τα οποία διακοσμήθηκαν σύμφωνα με τις παραδοσιακές αντιλήψεις, αλλά με μεγαλύτερη πολυτέλεια. Κύριος διάκοσμος των σπιτιών παρέμεινε ο ξύλινος. Οροφές με φατνώματα με σκαλιστό ρόδακα στο κέντρο, πόρτες, μεσάντρες (ντουλάπια τοίχου), πατάρια, ράφια και ξύλινα χωρίσματα κατασκευάζονταν και στολίζονταν από τις εγχώριες βιοτεχνίες που ήταν εξαιρετικά ανεπτυγμένες, ή παραγγέλλονταν στο εξωτερικό, όπως εξάλλου και τα κινητά έπιπλα (ιδίως οι κασέλες). Παράλληλα, συνυπήρχαν τα παραδοσιακά σχέδια, εμπλουτισμένα με μπαρόκ μοτίβα που προέρχονταν κυρίως από τη Βιέννη ή από τη Βενετία. Συνήθης ήταν και η συμπλήρωση του ξύλινου με ζωγραφικό διάκοσμο. Μέσα στα αρχιτεκτονικά διάχωρα, τοιχογραφίες με μυθολογικές σκηνές, άνθη ή τοπία, διέκοπταν την ξύλινη ομοιομορφία. Η πρακτική αυτή συνηθιζόταν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη. Σημαντικότατο στοιχείο δ. του ελληνικού σπιτιού ήταν το ύφασμα. Τα ποικίλα υφαντά προϊόντα, βιοτεχνικά ή οικιακά (κουβέρτες, βελέντζες, κιλίμια, μαξιλάρια, πετσέτες), πολύχρωμα ή λευκά με θαυμάσια κεντήματα, κρεμασμένα στους τοίχους, τοποθετημένα στις κασέλες και στα κρεβάτια ή στρωμένα στα πατώματα, με την ευφάνταστη ποικιλία των σχεδίων και των χρωματισμών τους, προσέφεραν χαρούμενη όψη στα σπίτια. Χάλκινα και κεραμικά σκεύη, κρεμασμένα στους τοίχους, ακουμπισμένα σε ράφια ή σε κοιλότητες, ολοκλήρωναν την εμφάνιση των εσωτερικών χώρων. Μετά την απελευθέρωση της χώρας και την επικράτηση του νεοκλασικισμού στην Αθήνα, στα πλησιέστερα νησιά και γενικά στην ελληνική επαρχία, οι οροφές και οι τοίχοι των δημοσίων και των ιδιωτικών οικημάτων στολίζονταν με γύψινα και ζωγραφικά νεοκλασικά ποικίλματα. Από τότε η δ. στην Ελλάδα συνέχισε έως και σήμερα να ακολουθεί την εξέλιξη των ευρωπαϊκών ρυθμών. Στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, όπου η ανάπτυξη της βιομηχανίας στα τέλη του 19ου αι. δημιούργησε την ανάγκη της προσαρμογής των διακοσμητικών σχεδίων στις απαιτήσεις της ευρείας παραγωγής, εμφανίστηκε ο νέος ρυθμός, που ονομάστηκε liberty από τον τίτλο ενός αγγλικού εργοστασίου κατασκευής επίπλων και κατέκτησε όλη την Ευρώπη. Οι δ. του νέου ρυθμού, επηρεασμένες από την κλασική αρχαιότητα και την τέχνη της άπω Ανατολής, διακρίνονταν για την έντονη απλοποίηση των μορφών και τη γραμμικότητα των σχεδίων. Ωστόσο, πέρα από τις αλλαγές που επέφερε στα εξωτερικά γνωρίσματα, ο νέος ρυθμός ανανέωσε τις αντιλήψεις που επικρατούσαν έως τότε για τις ελάσσονες τέχνες και τη σημασία τους στην κοινωνική ζωή και στον τομέα της αισθητικής, ενώ συνέβαλε ουσιαστικά και στην ανάπτυξη των αρχών που είχε θέσει η Αγγλία στα μέσα του 19ου αι., με την κίνηση τέχνες και επαγγέλματα (Arts and Crafts), η οποία είχε ως στόχο τη διατήρηση της καλλιτεχνικής ποιότητας των αντικειμένων κοινής χρήσης, ακόμα και όταν αυτά κατασκευάζονταν σε μεγάλη κλίμακα. Τα νεότερα κινήματα μετά τον νέο ρυθμό, αν και αντιπαρατέθηκαν συχνά σε αυτόν, αποδέχτηκαν ουσιαστικά τον προβληματισμό του. Έτσι η σχολή εφαρμοσμένων τεχνών Μπάουχαους που ίδρυσε ο Βάλτερ Γκρόπιους στη Βαϊμάρη μετά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο προσπάθησε, όπως και η ολλανδική κίνηση ντε στιλ (De Stijl), να επιτύχει κάποια ομοιογένεια μεταξύ έργου τέχνης και αντικειμένου ευρείας παραγωγής και να εντάξει το αντικείμενο αυτό στο αρχιτεκτονικό περιβάλλον. Ανάλογο ήταν και το κοινό αίτημα των διάφορων αρχιτεκτονικών τάσεων και των σημαντικών αρχιτεκτόνων, έστω και αν πρότειναν αντίθετες συχνά προσεγγίσεις. Για τον Λε Κορμπιζιέ, πρωτοπόρο της ορθολογιστικής αρχιτεκτονικής, όπως και για τον Φρανκ Λόιντ Ράιτ, υπέρμαχο της οργανικής αρχιτεκτονικής, το πρόβλημα ήταν ένα: πώς το αντικείμενο κοινής χρήσης θα φτάσει στο επίπεδο του ωραίου αντικειμένου και πώς θα εναρμονιστεί η αρχιτεκτονική κατασκευή με το αντικείμενο που πρέπει να στεγάσει. Το ίδιο πρόβλημα επιχείρησε να επιλύσει και το βιομηχανικό μορφολογικό σχέδιο, το οποίο, αν και προέκυψε ιστορικά από τις ανάγκες της βιομηχανίας, επεδίωξε να δώσει ποιοτική αξία στο αντικείμενο μαζικής παραγωγής. Το αποκαλούμενο σουηδικό στιλ δημιουργήθηκε από τις ιδιαίτερες συνθήκες της βιομηχανικής παραγωγής στη βόρεια Ευρώπη (κατεργασία του ξύλου) και από το ορθολογιστικό αίτημα των καθαρών και απλών σχημάτων, ανάλογα με τις μορφές της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Πρόσφατα η δ. εμφάνισε τάσεις επιστροφής στις λιγότερο άκαμπτες μορφές του 19ου αι. Το σύγχρονο στιλ έχει μάλλον διεθνή χαρακτήρα. Οι σχεδιαστές, σε συνεργασία με τους κατασκευαστές, επιδιώκουν την παραγωγή οικονομικών, τόσο σε διαστάσεις όσο και σε κόστος, επίπλων, αντικειμένων καθημερινής χρήσης και οικιακών ειδών γενικότερα, που να ταιριάζουν στις απλές γραμμές και στους μικρότερους, συγκριτικά με το παρελθόν, χώρους του σπιτιού. Χρησιμοποιούνται όλων των ειδών τα υλικά (μέταλλο, γυαλί, ξύλο, συνθετικές ύλες), ενώ οι έννοιες της άνεσης και της λειτουργικότητας έχουν αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διακοσμητικές επιλογές του σύγχρονου κόσμου.θεατρική δ.Στην ιστορία του θεάτρου η δ. εμφανίζεται ουσιαστικά μετά το τέλος του 19ου αι. Πριν από την εποχή αυτή, είναι δύσκολο να γίνει σαφής διαχωρισμός μεταξύ εξοπλισμού του θιάσου και ατομικού ιματισμού του ηθοποιού. Στο μεσαιωνικό θέατρο και στην κομέντια ντελ άρτε τον σκηνικό διάκοσμο αποτελούσαν τα απολύτως απαραίτητα αντικείμενα. Από τον 16o αι. έως τα τέλη του 18ου αι., εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, στα αυλικά και ιδιωτικά θέατρα το πρόβλημα της δ. έλυναν συνήθως ζωγραφίζοντας στις σκηνές ό,τι ήταν δυνατόν να αποδοθεί ζωγραφικά. Για την κατασκευή του σκηνικού αυτού διάκοσμου οι καλλιτέχνες υπερπηδούσαν συχνά τεράστιες δυσκολίες και κατόρθωναν πραγματικά θαύματα προοπτικής. Όσα ήταν αδύνατον να ζωγραφιστούν (ιδίως βαριά έπιπλα), συμπληρώνονταν με ό,τι διέθετε η αυλή ή ο άρχοντας. Τα ιδιωτικά θέατρα είχαν συχνά και αποθήκες σκηνικών, εργαλείων και διακοσμητικών αντικειμένων, τα οποία χρησιμοποιούσαν επανειλημμένα ή τα δάνειζαν. Το πρόβλημα του περιβάλλοντος ενός θεάματος και της έξαρσης της δράσης με τη βοήθεια της δ. γεννήθηκε μόλις την εποχή της ακμής του νατουραλισμού (τέλη 19ου αι.), ιδιαίτερα από τον Αντουάν. Σήμερα το πρόβλημα του σκηνικού διάκοσμου αντιμετωπίζεται με διάφορους τρόπους, ανάλογα με τη σπουδαιότητα της παράστασης, του θιάσου, του θεάτρου, αλλά εξαρτάται κυρίως από τον σκηνοθέτη, τον σκηνογράφο και τον ενδυματολόγο που ασχολούνται με την παρουσίαση του θεατρικού έργου. Όλα τα μόνιμα θέατρα του κόσμου (εξαιρετικά πλούσια και οργανωμένα είναι τα θέατρα των μεγάλων γερμανικών πόλεων Ντίσελντορφ, Φρανκφούρτης, Δρέσδης κ.ά.) έχουν ιδιαίτερους χώρους όπου αποθηκεύουν διάφορα αντικείμενα του σκηνικού διάκοσμου: έπιπλα, όπλα, φτερά, ζωγραφικούς πίνακες, σκηνές εκστρατείας, λάμπες, άνθη, φυτά, τηλέφωνα, χαλιά κ.ά. Παράλληλα, υπάρχουν και επιχειρήσεις υπενοικίασης αντικειμένων κλασικού ρεπερτορίου για παραστάσεις. Διακόσμηση υπνοδωματίου στο μέγαρο Νταβαντσάτι της Φλωρεντίας. Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Καρπάτσιο «Ο άγιος Ιερώνυμος στο σπουδαστήριό του», έργο του 1502, που μας προσφέρει ένα πιστό δείγμα διακόσμησης εσωτερικού χώρου του 16ου αι. Αίθουσα της βιβλιοθήκης του μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία. Τα έπιπλα είναι χαρακτηριστικά της επίδρασης του γοτθικού ρυθμού στην κατασκευή και τη διακόσμησή τους. Βενετσιάνικα έπιπλα του ονομαστού επιπλοποιού Μπρουστολόν (18ος αι.). Στη διακόσμηση του βασιλικού περιπτέρου του Μπράιτον στην Αγγλία (1815), ο αρχιτέκτονας Τζον Νας έχει συνδυάσει σε ένα σύνθετο στιλ ανατολικά και νεογοτθικά μοτίβα (φωτ. Igda). Ετρουσκικό ανάγλυφο (6ος αι. π.Χ.), στο οποίο εικονίζεται σκηνή συμποσίου με τους συνδαιτυμόνες να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, προσφέροντάς μας μία χαρακτηριστική εικόνα των επίπλων που χρησιμοποιούσαν οι Ετρούσκοι (Αρχαιολογικό Μουσείο, Φλωρεντία). Θρόνος των Μεροβίγγειων χρόνων. Ρόδακας σε οροφή αρχοντικού της Καστοριάς. Εσωτερικό σπιτιού στη Σκύρο, δείγμα ελληνικής λαϊκής διακόσμησης. Τμήμα διακόσμησης στο εσωτερικό του αρχοντικού του Σβαρτς στα Αμπελάκια. Λεπτομέρεια από τον διάκοσμο της παλαιοχριστιανικής βασιλικής της Αχειροποίητης (5ος αι.) στη Θεσσαλονίκη. Οι διακοσμητικές τοιχογραφίες του Τζούλιο Ρομάνο, με θέμα τους «Γάμους του Έρωτα και της Ψυχής» (Ανάκτορο Τε, Μάντοβα, Ιταλία). ΕΠΙΠΛΑ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΟΧΩΝ Η ανακάλυψη του τάφου του Τουταγχαμόν έφερε στο φως πολλά στοιχεία εσωτερικής διακόσμησης, χαρακτηριστικά του αιγυπτιακού πολιτισμού, όπως το εικονιζόμενο ξύλινο κιβώτιο, διακοσμημένο με ζωγραφική παράσταση (Μουσείο του Καΐρου· φωτ. Mella). Γοτθικό υαλογράφημα, τμήμα της διακόσμησης του καθεδρικού ναού του Μιλάνου, με τίτλο «Φυγή στην Αίγυπτο». Ο «Θρόνος του Μίνωα» (2η χιλιετία π.Χ.), ένα από τα στοιχεία εσωτερικής διακόσμησης που σώθηκαν στο ανάκτορο της Κνωσού. Η αίθουσα της Άρτεμης στις Βερσαλίες, λαμπρή και κομψή διακόσμηση του 18ου αι. Η έπαυλη Ρουτζέρι στο Πέζαρο της Ιταλίας, χαρακτηριστικό δείγμα του «νέου ρυθμού», που δημιούργησε η αναζήτηση νέων διακοσμητικών μορφών στα τέλη του 19ου αι. Ο πολύχρωμος διάκοσμος του υπουργείου Συγκοινωνιών στην Πόλη του Μεξικού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος, σε βυζαντινή μικρογραφία, όπου διακρίνεται η επίπλωση σπουδαστηρίου της εποχής (Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη, Φλωρεντία). Εσωτερικό του σπιτιού των Βέτι στην Πομπηία με τοιχογραφίες πλαισιωμένες από διακοσμητικά στοχεία. Οι Κόρες αποτελούν εξαιρετικό διακοσμητικό στοιχείο στον ναό του Ερεχθείου. Η στήλη των γυπών (2800-2350 π.Χ.), εξαίρετο δείγμα σουμερικής διακοσμητικής τέχνης (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι). Ανάγλυφο τύμπανο της βασιλικής του Βεζλέ, με πολλά διακοσμητικά στοιχεία.
* * *
η (Α διακόσμησις, -εως) [διακοσμώ]
1. εξωραϊσμός, στολισμός
2. τακτοποίηση, διευθέτηση, διαρρύθμιση
3. ο διάκοσμος
αρχ.
(στους Πυθαγορείους και στους Νεοπλατωνικούς) η αρμονική και έρρυθμη διάταξη τού σύμπαντος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διακόσμηση — η η επέμβαση σε χώρο ή επιφάνεια με σκοπό την αισθητική βελτίωση, ο εξωραϊσμός: Η διακόσμηση του σπιτιού του είναι εντυπωσιακή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διακόσμηση — [дьякозмиси] ουσ. в. украшение …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ψηφιδωτό — Διακόσμηση δαπέδου, τοίχου ή οροφής με πολύχρωμες κατεργασμένες μικρές ψηφίδες από πέτρα, τερακότα ή γυαλί, που συγκολλούνται στερεά σε ένα στρώμα κονιάματος. Για την τεχνική των αρχαίων ψ. υπάρχουν λεπτομερείς περιγραφές από τον Βιτρούβιο και… …   Dictionary of Greek

  • κέντημα — Διακόσμηση υφάσματος που εκτελείται με βελόνα και νήμα μεταξωτό, μάλλινο κλπ. Οι συνηθέστερες βελονιές που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των κ. είναι η αρχαιότατη αλυσοβελονιά, η οποία μοιάζει με πλεξίδα, η σταυροβελονιά, η πισωβελονιά, που… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Βυζαντινή αυτοκρατορία — I Β.α., ή αλλιώς Μεταγενέστερο Ρωμαϊκό ή Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος, αποκαλείται συμβατικά το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πρωτεύουσα του τμήματος αυτού, που μετά την κατάλυση του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους συνέχισε περίπου για έντεκα… …   Dictionary of Greek

  • Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.